Σάββατο, 20 Ιουλίου 2019

Χρυσοπράσινο φύλλο, ριγμένο στο πέλαγο (μία - όχι και τόσο σύντομη - ιστορική ανασκόπηση του Κυπριακού Ζητήματος)


Λένε πως ο άνθρωπος πρέπει την πατρίδα ν’ αγαπά
έτσι λέει κι ο πατέρας μου συχνά.
Η δική μου η πατρίδα έχει μοιραστεί στα δυο
ποιο από τα δυο κομμάτια πρέπει ν’ αγαπώ;

Στίχοι:  Νεσιέ Γιασίν 
Μουσική: Μάριος Τόκας





Η Κύπρος πέφτει στα χέρια των Τούρκων το 1571. Μέχρι τότε, βρίσκεται υπό ενετική κατοχή και ο πληθυσμός της είναι αμιγώς ελληνικός. Κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής κατοχής, αρχίζει να  εποικίζεται από Τούρκους. Παρόλα αυτά, ο πληθυσμός των Τούρκων διαχρονικά είναι σημαντικά μικρότερος από των Ελλήνων. Σε απογραφή του 1881 – τρία χρόνια μετά την παράδοση της διοίκησης του νησιού από τους Τούρκους στους Άγγλους – οι μουσουλμάνοι της Κύπρου ανέρχονται στο 24% του πληθυσμού του νησιού. Με την απογραφή του 1960 – όταν η Κύπρος αποκτά την ανεξαρτησία της – οι Τούρκοι της Κύπρου αποτελούν το  18% του συνολικού πληθυσμού.



Η αγγλική  κατοχή

Τον Ιούλιο του 1878, ανακοινώνεται η αγγλοτουρκική συμφωνία για την Κύπρο. Σύμφωνα με αυτήν, η Βρετανία νοικιάζει από το Σουλτάνο την Κύπρο έναντι ετήσιου τιμήματος 92.800 λιρών, αλλά τυπικά η κυριαρχία του νησιού παραμένει στο Σουλτάνο. Οι Έλληνες Κύπριοι δέχονται με ενθουσιασμό την είδηση και, πράγματι, βλέπουν στην καθημερινότητά τους σημαντικές βελτιώσεις: σχετική ελευθερία του τύπου με την κυκλοφορία αρκετών εφημερίδων, παροχή εκπαίδευσης, θεαματική βελτίωση στις συγκοινωνίες κλπ.


Υψώνοντας τη Βρετανική σημαία στη Λευκωσία, στην Πύλη της Πάφου,
στις 12 Ιουλίου 1878, από την εφημερίδα Illustrated London News

Παρόλα αυτά, η ηγεσία των Κυπρίων, από τους πρώτους μήνες της αγγλικής κατοχής προσανατολίζεται στη διεκδίκηση της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Από το 1881 αρχίζουν τα παγκύπρια συλλαλητήρια προς το σκοπό αυτό και από το 1889 αρχίζει η αποστολή αντιπροσωπειών στο Λονδίνο. Από την πλευρά τους οι εκπρόσωποι των Τούρκων κατοίκων της μεγαλονήσου δηλώνουν με κάθε ευκαιρία την αφοσίωση και τη νομιμοφροσύνη τους προς την αγγλική διοίκηση, κατηγορώντας τους Έλληνες ως ταραχοποιούς.

Ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος φέρνει καινούργιες εξελίξεις στο θέμα της Κύπρου. Το Νοέμβριο του 1914, αμέσως μετά την κήρυξη πολέμου από τη Βρετανία στην Τουρκία, ανακοινώνεται η προσάρτηση της Κύπρου στη Βρετανική αυτοκρατορία. Ένα χρόνο μετά, η Βρετανία προσφέρει στην ελληνική κυβέρνηση την Κύπρο με αντάλλαγμα την έξοδο της Ελλάδας στον Α' Παγκόσμιο πόλεμο στο πλευρό των δυνάμεων που πολεμούσαν εναντίον της Γερμανίας. Η ελληνική κυβέρνηση, όμως, αρνείται την προσφορά λέγοντας ότι επιθυμεί ουδετερότητα.

Το τέλος του Α' Παγκοσμίου πολέμου φέρνει την απογοήτευση στους Κύπριους καθώς διαψεύστηκαν οι προσδοκίες που είχαν καλλιεργήσει οι νικητές του πολέμου για την ελευθερία των μικρών λαών, για τις οποίες είχαν πολεμήσει και 16.000 Κύπριοι στρατιώτες στο Μακεδονικό μέτωπο με το βρετανικό στρατό. Η μικρασιατική καταστροφή, επίσης, το 1922 φέρνει νέα απογοήτευση στην Κύπρο, καθώς καταρρέει το όνειρο της «Μεγάλης Ιδέας». Η διχόνοια μεταξύ βασιλικών και βενιζελικών που κυριαρχεί στην Ελλάδα, μεταφέρεται και στην Κύπρο συμβάλλοντας και αυτή στην απογοήτευση των Ελλήνων Κυπρίων.


Τα πρώτα κινήματα υπέρ της Ανεξαρτησίας 

Εκείνη την εποχή εμφανίζονται και τα πρώτα κόμματα, το “Αγροτικό Κόμμα” και το Κομμουνιστικό Κόμμα Κύπρου. Είναι οι πρώτοι “ταξικοί” πολιτικοί οργανισμοί και μιλούν για την ανάγκη συσπείρωσης των ασθενέστερων κοινωνικών ομάδων, ανεξάρτητα από την εθνικότητά τους.

Στο τέλος της δεκαετίας του 1920, η προσπάθεια των Βρετανών να επέμβουν στην κυπριακή εκπαίδευση, φέρνει αναβρασμό στο νησί, σε συνδυασμό με την παγκόσμια οικονομική κρίση που φέρνει την οικονομία της Κύπρου σε τραγικά αδιέξοδα. Έτσι στις 17 Οκτωβρίου 1931, ο μητροπολίτης Κιτίου Νικόδημος Μυλωνάς, παραιτείται από το βουλευτικό αξίωμα ξεκινώντας πολιτικό αγώνα υπέρ της Ένωσης.

Ακολουθούν οι παραιτήσεις και των υπόλοιπων βουλευτών και στις 21 Οκτωβρίου στη Λευκωσία μία μεγάλη διαδήλωση καταλήγει στον εμπρησμό του Κυβερνείου, που ήταν το κτίριο-σύμβολο της Αποικιοκρατίας. Η εξέγερση του Κυπριακού λαού επεκτείνεται για λίγες μέρες σε όλο το νησί με διαδηλώσεις και λεηλασίες δημοσίων κτιρίων και καταστημάτων.


Ελληνοκυπριακή διαδήλωση υπέρ της Ένωσης τη δεκαετία του 1930

Τα θύματα των “Οκτωβριανών” ταραχών ήταν εφτά νεκροί και τριάντα τραυματίες, όλοι Έλληνες. Δέκα άτομα εξορίζονται ως υποκινητές της εξέγερσης και ανάμεσα τους οι μητροπολίτες Κιτίου Νικόδημος και Κυρηνείας Μακάριος, αλλά και οι ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος Κύπρου Χ. Βατυλιώτης και Κώστας Χριστοδουλίδης (Σκελέας). Ένας άλλος πρωταγωνιστής της εξέγερσης, ο Έλληνας πρόξενος Αλέξης Κύρου, απελαύνεται.

Τα γεγονότα αυτά προκαλούν συγκίνηση σε όλη την Ελλάδα και για πρώτη φορά διοργανώνονται στις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας αντιβρετανικές διαδηλώσεις για το κυπριακό ζήτημα. Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, Ελευθέριος Βενιζέλος, καταδικάζει τόσο την κυπριακή εξέγερση, όσο και την ελλαδική συμπαράσταση σε αυτήν καθώς δεν θέλει να διαταραχθούν οι σχέσεις της Ελλάδας με τη Μεγάλη Βρετανία.

Στην Κύπρο, η βρετανική διοίκηση θέλοντας να ελέγξει την κατάσταση, προχωρεί σε περιορισμό των πολιτικών ελευθεριών (αναστολή των δημοτικών εκλογών, λογοκρισία στον Τύπο, απαγόρευση λειτουργίας των κομμάτων ). Ταυτόχρονα, θέτει υπό ασφυκτικό έλεγχο την Εκκλησία και την Παιδεία και τιμωρεί αυστηρά οποιαδήποτε αναφορά στην Ένωση με την Ελλάδα. Η σκληρή αυτή διακυβέρνηση της Κύπρου από τους Βρετανούς, διαρκεί  περίπου δέκα χρόνια και ονομάζεται “Παλμεροκρατία” από το όνομα του τότε κυβερνήτη Χ. Πάλμερ. Η “Παλμεροκρατία” θα έχει, καθ΄όλη τη διάρκειά της, μοναδικό ουσιαστικό αντίπαλο το μητροπολίτη Πάφου Λεόντιο καθώς, μετά την κατάλυση των πολιτικών ελευθεριών, οι εκκλησιαστικοί ηγέτες κυριαρχούν ξανά στην πολιτική σκηνή ως οι αδιαμφισβήτητοι “εθνάρχες” του κυπριακού λαού.

Στις 28 Οκτωβρίου του 1940, την ημέρα της ιταλικής επίθεσης εναντίον της Ελλάδας, οι δρόμοι των πόλεων και των χωριών της Κύπρου γεμίζουν ξανά με ελληνικές σημαίες ακριβώς εννιά χρόνια μετά τα “Οκτωβριανά” του 1931. Ύστερα από έκκληση του μητροπολίτη Πάφου Λεοντίου, χιλιάδες Κύπριοι γράφονται σε ειδικούς καταλόγους ως εθελοντές στον ελληνικό στρατό. Μέσα σε διάστημα λίγων ημερών κατατάσσονται χιλιάδες νέοι στρατιώτες, οι οποίοι στα τέλη του 1940 είναι έτοιμοι να αναχωρήσουν για να βοηθήσουν την Ελλάδα στο Αλβανικό μέτωπο.

Η βρετανική κυβέρνηση, όμως, δεν έχει σκοπό να επιτρέψει την κατάταξή τους στον ελληνικό στρατό και με την τακτική της καθυστέρησης, οι Βρετανοί καταφέρνουν να κάνουν αδύνατη την κατάταξη αυτή. Έτσι, οι Κύπριοι εθελοντές “αναγκάζονται” να στελεχώσουν το Κυπριακό Σύνταγμα που είχαν ήδη ιδρύσει οι Βρετανοί από το 1939 αλλά, που μέχρι τότε, είχε μια πολύ χαμηλή συμμετοχή εθελοντών. Υπολογίζεται πως περίπου 37.000 Κύπριοι υπηρέτησαν στο Σύνταγμα αυτό.

Νέες ελπίδες για την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα γεννιούνται εκείνη την εποχή, από υποσχέσεις που δίνονται για μια συμμαχική μεταπολεμική ανταπόδοση της βοήθειας που προσφέρουν οι Κύπριοι εθελοντές. Ταυτόχρονα, οι Άγγλοι αρχίζουν να γίνονται πιο ανεκτικοί απέναντι στις διεκδικήσεις του κυπριακού λαού για εκδημοκρατισμό και ελευθερία επειδή αντιλαμβάνονται πως χωρίς τη συνεργασία του ντόπιου πληθυσμού, θα είναι αδύνατη η αποτελεσματική άμυνα του νησιού απέναντι στους Γερμανούς.

Ανέχονται, επίσης, την ίδρυση του ΑΚΕΛ (Ανορθωτικό Κόμμα Εργαζόμενου Λαού) από μέλη του παράνομου Κομμουνιστικού Κόμματος και επιτρέπουν, το 1943, τη διεξαγωγή δημοτικών εκλογών στις μεγάλες πόλεις της Κύπρου. Στις εκλογές αυτές το νέο κομμουνιστικό κόμμα, που σημείωνε εντυπωσιακούς ρυθμούς ανάπτυξης και στρατολόγησης νέων μελών, επιτυγχάνει σημαντικές νίκες.

Παράλληλα, στην προσπάθειά τους για οργάνωση της άμυνας της Κύπρου, οι Βρετανοί δημιουργούν συνθήκες οικονομικής ανάπτυξης. Το συνδικαλιστικό κίνημα εκμεταλλεύεται τις συγκυρίες αυτές και κατορθώνει να κατακτήσει σημαντικά δικαιώματα. Έπειτα, μάλιστα, από την είσοδο της Σοβιετικής Ένωσης στον πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων, οι Βρετανοί γίνονται ακόμη πιο ανεκτικοί στη δράση του ΑΚΕΛ και του συνδικαλιστικού κινήματος.

Με το τέλος του πολέμου, το ΑΚΕΛ, ως η πιο οργανωμένη πολιτική δύναμη, αναλαμβάνει τον ηγετικό ρόλο στον αγώνα για απελευθέρωση της Κύπρου. Αυτό που επιδιωκόταν, τουλάχιστον μέχρι την έναρξη του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα, ήταν η Ένωση με την Ελλάδα, όπου υπήρχε τότε το πολύ ισχυρό αριστερό κίνημα του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Για το σκοπό αυτό, το ΑΚΕΛ είχε αποφασίσει τη διεξαγωγή ένοπλου αγώνα στην περίπτωση που οι Άγγλοι θα αρνούνταν το αίτημα αυτοδιάθεσης του Κυπριακού λαού. Είχε, μάλιστα, αρχίσει τη συγκέντρωση πολεμοφοδίων με την κλοπή οπλισμού και πυρομαχικών από αποθήκες των Άγγλων. Το σχέδιο, όμως, διαρρέει στους Άγγλους, με αποτέλεσμα τη σύλληψη και φυλάκιση στελεχών της Αριστεράς.

Οι Άγγλοι, για να αποτρέψουν την εκδήλωση κινήματος στην Κύπρο από το ΑΚΕΛ, αρχίζουν μετά το 1945 μία προσπάθεια περιορισμού της επιρροής του στην Κυπριακή κοινωνία. Η τακτική τους είναι να σπάσουν την ενότητα μεταξύ των Ελληνοκυπρίων, στα πλαίσια του «διαίρει και βασίλευε». Μία από τις ενέργειες αυτές των Άγγλων ήταν και η σύγκληση της «Συμβουλευτικής Συνέλευσης» που έμεινε γνωστή ως «Διασκεπτική» (Νοέμβριος 1947-Αύγουστος 1948). Σκοπός της Διασκεπτικής υποτίθεται πως ήταν η υιοθέτηση ενός Συντάγματος που θα παρείχε κάποιες εξουσίες στους Κύπριους, μόνο όμως για θέματα εσωτερικής διακυβέρνησης.

Η Δεξιά αρνείται τη συμμετοχή της στη Διασκεπτική υποστηρίζοντας το σύνθημα «Ένωσις και μόνον Ένωσις». Έτσι, αυτοί που τελικά συμμετέχουν είναι το ΑΚΕΛ, ανεξάρτητοι παράγοντες της Δεξιάς και οι Τουρκοκύπριοι. Όπως εκτιμάται από τη μελέτη των επίσημων εγγράφων, η Διασκεπτική  ήταν μέρος του σχεδιασμού των Βρετανών για διάσπαση των Ελληνοκύπριων . Η ηγεσία του ΑΚΕΛ πέφτει στην παγίδα των Άγγλων και δίνει στη Δεξιά την ευκαιρία να τους καταγγείλει ότι εγκατέλειψαν τον ενωτικό αγώνα. Αυτό έχει ως συνέπεια να χάσει το ΑΚΕΛ τον ηγετικό του ρόλο στον αγώνα για την απελευθέρωση της Κύπρου.

Εκτός αυτού, στα τέλη του 1948 δημιουργούνται στην Κύπρο συνθήκες εμφυλίου πολέμου κατά τη διάρκεια των παρατεταμένων απεργιών στα μεταλλεία. Στις κινητοποιήσεις αυτές δημιουργείται ένα κοινό μέτωπο Ελληνοκύπριων και Τουρκοκύπριων εργατών που είναι  οργανωμένοι σε αριστερές συντεχνίες. Από την άλλη πλευρά έχουν να αντιμετωπίσουν ένα μέτωπο Εκκλησίας, Δεξιάς, ξένων εταιριών και αποικιακής κυβέρνησης. Τα εργατικά συνδικάτα της Δεξιάς ακολουθούν απεργοσπαστική συμπαράσταση των φιλικών τους κομμάτων και της Εκκλησίας.

Τουρκοκύπριοι και Ελληνοκύπριοι σε κοινούς απεργιακούς αγώνες

Οι απεργιακοί αγώνες συνοδεύονται από ξυλοδαρμούς απεργών και απεργοσπαστών, δυναμιτιστικές ενέργειες, δράσεις ομάδων τραμπούκων και τον λεγόμενο «οικονομικό πόλεμο», δηλαδή την απαγόρευση των οικονομικών συναλλαγών με επαγγελματίες που ανήκουν στην αντίπαλη παράταξη. Η αποικιακή κυβέρνηση από την πλευρά της επιδίδεται σε διώξεις στελεχών της Αριστεράς και του συνδικαλιστικού κινήματος.

Την ίδια περίοδο, το ΑΚΕΛ ξεκινά εκστρατεία για τη διεθνοποίηση του Κυπριακού ζητήματος και την υποβολή του προς συζήτηση στη Γενική Συνέλευση του Ο.Η.Ε. Ταυτόχρονα, αναλαμβάνει πρωτοβουλία για διεξαγωγή παγκύπριου δημοψηφίσματος σχετικά με το πολιτικό μέλλον της Κύπρου. Ταυτόχρονα με το ΑΚΕΛ, προκηρύσσει και η Εκκλησία – η Εθναρχία όπως αποκαλούνταν – δικό της δημοψήφισμα. Το ΑΚΕΛ προτείνει στην Εκκλησία την από κοινού διεξαγωγή του δημοψηφίσματος. Η Εκκλησία αρνείται την πρόταση αυτή, μη θέλοντας να συνεργαστεί με την Αριστερά. Τελικά, το ΑΚΕΛ υποχωρεί και αποφασίζει να στηρίξει το δημοψήφισμα της Εκκλησίας.

Το δημοψήφισμα αυτό πραγματοποιείται στις 15 Ιανουαρίου 1950 και το 96% των συμμετεχόντων σε αυτό ψηφίζει υπέρ της Ένωσης. Το 1953 ο αρχιεπίσκοπος της Κύπρου Μακάριος ζητά από τον Άγγλο κυβερνήτη να αναγνωρίσει το δημοψήφισμα. Ο κυβερνήτης απορρίπτει την αίτησή του και ο Μακάριος απευθύνεται στην ελληνική κυβέρνηση και της ζητά να θέσει το ζήτημα της Κύπρου στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών ( Ο.Η.Ε)

Πράγματι, στις 20 Αυγούστου 1954 η ελληνική κυβέρνηση προσφεύγει στον ΟΗΕ με αίτημα την αυτοδιάθεση του λαού της Κύπρου. Εκείνη την ημέρα στην Αθήνα, πλήθος λαού συγκεντρώνεται στην πλατεία Συντάγματος για να πανηγυρίσει το γεγονός. Είναι μια τεράστια συγκέντρωση για τα δεδομένα της εποχής. Ογδόντα χιλιάδες άνθρωποι σχηματίζουν μια ενθουσιώδη διαδήλωση, στην οποία συμμετέχουν οι δήμαρχοι Αθηνών και Πειραιώς και ο αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων, ο οποίος εκφωνεί τον πανηγυρικό λόγο.

Όταν το συλλαλητήριο λήγει, πυκνές ομάδες διαδηλωτών κατευθύνονται προς την Αγγλική πρεσβεία φωνάζοντας συνθήματα. Η αστυνομία περιμένοντας την κίνηση αυτή, έχει στήσει οδοφράγματα από στρατιωτικά αυτοκίνητα και εκατοντάδες αστυφύλακες, προκειμένου να προστατεύσει την πρεσβεία. Είναι η πρώτη φορά μετά τα Δεκεμβριανά του 1944 που θα γίνονταν οδομαχίες στην Αθήνα.

Εν τω μεταξύ, στον ΟΗΕ έχει ξεκινήσει η συζήτηση για το αίτημα της αυτοδιάθεσης του λαού της Κύπρου. Μετά από διαδοχικές ψηφοφορίες των κρατών μελών με τελευταία από αυτές στις 15 Δεκεμβρίου του 1954, η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ αποφασίζει την αναβολή της συζήτησης. Μετά την αποτυχία αυτή, στη Θεσσαλονίκη ξεσπούν βίαια επεισόδια. Στα επεισόδια αυτά καταστρέφεται η αμερικανική βιβλιοθήκη και λιθοβολείται άγρια το αγγλικό προξενείο.


Ο ένοπλος αγώνας εναντίον των Άγγλων

Η διαφαινόμενη διπλωματική αποτυχία, κάνει τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο να πάρει την απόφαση για την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα. Ήδη η προπαρασκευή του ένοπλου αγώνα είχε αρχίσει από το 1951 στην Αθήνα. Οι συνεργάτες που επιλέγει ο Μακάριος είναι οι περισσότεροι πρώην Χίτες  και συνεργάτες των Άγγλων κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα. Αρχηγός της οργάνωσης που ονομάστηκε ΕΟΚΑ ορίζεται ο πρώην αρχηγός της οργάνωσης «Χ», Γεώργιος Γρίβας.

Στις 10 Νοεμβρίου 1954 ο Γρίβας μαζί με το συνεργάτη του Σωκράτη Λοϊζίδη, αποβιβάζεται στην Κύπρο με σκοπό την έναρξη ένοπλου αγώνα. Ο Γρίβας, που είχε πλέον το ψευδώνυμο Διγενής, καθορίζει την έναρξη της εξέγερσης: νύχτα της 31ης Μαρτίου με ξημερώματα της 1ης Απριλίου του 1955.





Οι Άγγλοι υφίστανται πλήρη αιφνιδιασμό. Στη Λευκωσία καίγεται ο κυβερνητικός ραδιοσταθμός. Εκρήξεις δυναμίτιδας δέχονται η αρχιγραμματεία του κυβερνήτη και οι στρατώνες Γούσλευ. Στη Λάρνακα δέχεται επίθεση το αρχηγείο της Αστυνομίας, το Διοικητήριο και το Δικαστικό μέγαρο. Στη Λεμεσό καταστρέφονται η διεύθυνση της Αστυνομίας και ένα αστυνομικό τμήμα. Στην Αμμόχωστο δέχεται επίθεση ένας στρατιωτικός καταυλισμός.

Η πλειοψηφία του λαού στην Κύπρο υποδέχεται τα χτυπήματα με ενθουσιασμό. Υπήρξαν ωστόσο αρκετοί, που θεωρούσαν περιττό και επιζήμιο τον ένοπλο αγώνα. Περιττό, επειδή πίστευαν ότι οι Άγγλοι έτσι κι αλλιώς θα αποχωρούσαν ακολουθώντας το γενικό ρεύμα εγκατάλειψης των αποικιών τους. Επιζήμιο, επειδή πίστευαν πως η αιματοχυσία μάλλον θα επιβράδυνε παρά θα επιτάχυνε την απελευθέρωση. Την άποψη αυτή εξέφρασε το ΑΚΕΛ, το οποίο έσπευσε να καταδικάσει την ένοπλη επίθεση της ΕΟΚΑ.

Αλλά και η αρχική αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης είναι αρνητική, καθώς κινδυνεύει η σχέση της με την Αγγλία. Ταυτόχρονα, αρχίζει να άρχισε να παρεμβαίνει στο Κυπριακό ζήτημα και η Τουρκία, κάτι που προκαλεί ραγδαία επιδείνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.


Οι σχέσεις Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων επιδεινώνονται

Εν τω μεταξύ στην Κύπρο, η αντιπαλότητα Ελλήνων και Τούρκων που ανέκαθεν υπήρχε, μεγαλώνει ακόμη περισσότερο. Ένας από τους λόγους είναι το σκληρό εθνικιστικό-αντιτουρκικό ιδεολογικό υπόβαθρο της ΕΟΚΑ. Η Αγγλία δεν διστάζει καθόλου να εκμεταλλευτεί την εθνικιστική-αντιτουρκική πλευρά της ΕΟΚΑ και, στο πλαίσιο της πάγιας πολιτικής που ακολουθούσε στις αποικίες της, αυτή του «διαίρει και βασίλευε», ευνοεί την ίδρυση από την Τουρκία της δικής της εθνικιστικής οργάνωσης στην Κύπρο με ανθελληνικά χαρακτηριστικά

Έτσι, το καλοκαίρι του 1955, στις τουρκικές συνοικίες της Κύπρου εμφανίζονται  προκηρύξεις μιας εθνικιστικής τρομοκρατικής τουρκοκυπριακής οργάνωσης με το όνομα ΚΙΤΕΜΠ (στη συνέχεια ονομάστηκε VOLKAN και το 1957 ΤΜΤ) που καλούν  σε αγώνα κατά των Ελληνοκυπρίων.

Στη φωτογραφία, οι δολοφονημένοι από την τουρκοκυπριακή οργάνωση ΤΜΤ
 Μιαούλης (Ελληνοκύπριος) και Καβάζογλου (Τουρκοκύπριος) 
επειδή ανήκαν στην Αριστερά

Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι, αντί για ενότητα Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων ενάντια στη βρετανική αποικιοκρατική κατοχή να έχουμε διάσπαση και παράλληλα με τον αντιαποικιοκρατικό αγώνα της ΕΟΚΑ, να έχουμε πολλούς άλλους παράλληλους διασπαστικούς και αποπροσανατολιστικούς αγώνες, όπως οι ένοπλες αντιπαραθέσεις μεταξύ Ελληνοκύπριων και Τουρκοκύπριων αλλά και οι εκτελέσεις από τις δύο εθνικιστικές οργανώσεις (την ελληνοκυπριακή ΕΟΚΑ από τη μία πλευρά και την τουρκοκυπριακή ΤΜΤ από την άλλη) αριστερών Ελληνοκύπριων και Τουρκοκύπριων που προσπαθούν να προωθήσουν την ενότητα μεταξύ των δύο λαών

Η Αγγλία έχει ήδη βάλει και την Τουρκία στο παιχνίδι. Έτσι, στις 7 Ιουλίου 1954, η Ελλάδα αποδέχεται πρόταση της Αγγλίας για τριμερή διάσκεψη – Αγγλίας, Ελλάδας και Τουρκίας – στο Λονδίνο με θέμα το Κυπριακό ζήτημα. Η τριμερής διάσκεψη πραγματοποιείται στο Λονδίνο στις 29 Αυγούστου 1955 και σε αυτήν παίρνουν μέρος οι υπουργοί Εξωτερικών Αγγλίας, Ελλάδας και Τουρκίας. Η διάσκεψη αυτή καταλήγει σε πλήρη αποτυχία, καθώς στις 5 Σεπτεμβρίου 1955 ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών χαρακτηρίζει ως απαράδεκτο το ελληνικό αίτημα για αυτοδιάθεση της Κύπρου και αποχωρεί από τη διάσκεψη.


Το πογκρόμ της Κωνσταντινούπολης

Τα μεσάνυχτα της 5ης προς την 6η Σεπτεμβρίου, μία ισχυρή έκρηξη συγκλονίζει το Γενικό Προξενείο της Τουρκίας στη Θεσσαλονίκη. Όπως αποδείχτηκε αργότερα από τις ανακρίσεις που ακολούθησαν, η έκρηξη ήταν προβοκάτσια Τούρκων που είχαν ως σκοπό να ξεσηκώσουν τον Τουρκικό λαό εναντίον των Ελλήνων. Πράγματι, το απόγευμα της 6ης Σεπτεμβρίου κυκλοφορεί μια τουρκική εφημερίδα που γράφει ότι οι Έλληνες της Θεσσαλονίκης έκαψαν το σπίτι που γεννήθηκε ο Κεμάλ Ατατούρκ. Στην πραγματικότητα, το σπίτι του Κεμάλ Ατατούρκ ανήκε στο συγκρότημα των κτιρίων που αποτελούσαν το τουρκικό προξενείο, αλλά η έκρηξη ελάχιστα το έθιξε.

Το δημοσίευμα της εφημερίδας  προκαλεί έκρηξη οργής στους Τούρκους της Κωνσταντινούπολης. Αστραπιαία, όλοι οι δρόμοι όπου υπάρχουν Έλληνες και ελληνικά καταστήματα γεμίζουν από εξαγριωμένους διαδηλωτές. Η άμεση και μαζική κινητοποίησή τους δείχνει ότι όλα ήταν οργανωμένα από πριν και απλώς ανέμεναν το σύνθημα. Οι διαδηλωτές είναι εφοδιασμένοι με ξύλα και λοστούς. Με αυτά, καταστρέφουν όλα τα ελληνικά καταστήματα φροντίζοντας, ωστόσο, να μη χτυπάνε ανθρώπους. Επίσης, καταστρέφουν πολλές εκκλησίες και σπίτια Ελλήνων, ενώ παρόμοιες επιθέσεις γίνονται και στη Σμύρνη. Ο τελικός απολογισμός των βιαιοτήτων στην Κωνσταντινούπολη είναι 2.500 κατεστραμμένα ελληνικά καταστήματα, 4.000 σπίτια και 19 ορθόδοξοι ναοί.



Τα γεγονότα αυτά προκαλούν ραγδαία επιδείνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, κάτι που υποχρεώνει τις Ηνωμένες Πολιτείες να πάρουν θέση και να στείλουν ένα αυστηρό μήνυμα στην Ελλάδα καλώντας την να σταματήσει την ανακίνηση του κυπριακού ζητήματος και να αποσύρει τη νέα προσφυγή που είχε κάνει στον Ο.Η.Ε. Η Ελλάδα αρνείται τη σύσταση των Η.Π.Α και καταθέτει την προσφυγή της, η οποία όμως καταψηφίζεται στις 25 Σεπτεμβρίου 1955. Υπεύθυνος της καταψήφισης είναι οι Η.Π.Α που μπορούν να καθορίζουν το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας, επηρεάζοντας πολλές χώρες. Η Ελλάδα, παράλληλα, στις 11 Οκτωβρίου 1955 ειδοποιεί το ΝΑΤΟ ότι δεν θα συμμετάσχουν ελληνικές δυνάμεις στις ΝΑΤΟικές   ασκήσεις, έως ότου ρυθμιστούν τα εκκρεμή θέματα από τα γεγονότα της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης. Επίσης, διατάζει την ανάκληση του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος της Κορέας το οποίο – μέχρι τότε – είχε χάσει 20 αξιωματικούς και 152 οπλίτες. Διαμηνύει επίσης στο ΝΑΤΟ ότι δεν θα γίνουν δεκτοί οι Τούρκοι αξιωματικοί που επρόκειτο να επισκεφθούν την Ελλάδα ως μέλη μιας ομάδας του ΝΑΤΟ. Τέλος, δηλώνει ότι το ελληνικό κλιμάκιο της ΝΑΤΟικής συμμαχίας θα αποσυρθεί από τη Σμύρνη.

Οι παραπάνω ενέργειες της ελληνικής κυβέρνησης θορυβούν το ΝΑΤΟ, που πιέζει την Τουρκία να ικανοποιήσει την Ελλάδα για τα πρόσφατα γεγονότα. Πιεζόμενη η Τουρκία από τις ΗΠΑ, σε μία χειρονομία καλής θέλησης, υψώνει την ελληνική  σημαία, στις 24 Οκτωβρίου 1955, ημέρα εγκαινίων του νέου κτιρίου του ελληνικού προξενείου της Σμύρνης.



Οι διαδηλώσεις κορυφώνονται


Από την άλλη πλευρά, οι λαϊκές αντιδράσεις στην Ελλάδα και την Κύπρο εντείνονται. Κατά την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, μεγάλες διαδηλώσεις στη Λευκωσία παίρνουν τη μορφή λαϊκής εξέγερσης. Το αποτέλεσμα είναι ένας νεκρός και εκατοντάδες τραυματίες. Την ίδια μέρα στην Αθήνα γίνονται αιματηρές διαδηλώσεις με 100 τραυματίες – αστυνομικούς και διαδηλωτές. Την 1η Νοεμβρίου στην Πάτρα, συμβαίνουν ακόμη σοβαρότερα επεισόδια. Οι μαθητές – ακολουθούμενοι από μεγάλο πλήθος – καταστρέφουν όλα τα αγγλικά κτίρια. Από τις συγκρούσεις που ακολουθούν, το αποτέλεσμα είναι 100 τραυματίες από τους οποίους οι 40 είναι αστυνομικοί. Μεταξύ των διαδηλωτών υπάρχουν τραυματίες από σφαίρες.

Εν τω μεταξύ στην Κύπρο, η ΕΟΚΑ αποκτά έλεγχο στο νησί καθώς διαθέτει πλέον εκατοντάδες ενόπλους στις τάξεις της. Χαρακτηριστικό του ελέγχου που ασκεί η ΕΟΚΑ, είναι η διαταγή που εκδίδει ο Γρίβας με την οποία καλεί τον ελληνοκυπριακό πληθυσμό να παραδώσει τα κυνηγετικά όπλα που διαθέτει. Πράγματι, στις 28 Ιανουαρίου, οχτακόσια όπλα παραδίδονται στην οργάνωση.

Παράλληλα με τη δράση της ΕΟΚΑ, ο Μακάριος κάνει διαπραγματεύσεις με το νέο κυβερνήτη της Κύπρου Χάρντιγκ. Οι διαπραγματεύσεις αυτές διακόπτονται χωρίς αποτέλεσμα στις 29 Φεβρουαρίου 1956, καθώς οι Άγγλοι δεν φαίνονται διατεθειμένοι να παραχωρήσουν αυτοδιάθεση στους Κύπριους. Εκείνη τη μέρα, στη Λευκωσία έχουμε 16 εκρήξεις βομβών.

Στις 9 Μαρτίου, καθώς ο Μακάριος βρίσκεται στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας με προορισμό την Αθήνα, απαγάγεται από τους Άγγλους, οι οποίοι τον μεταφέρουν στην αποικία τους Σεϋχέλλες, στην καρδιά του Ινδικού ωκεανού. Η απαγωγή του Μακάριου και η εξορία του στις Σεϋχέλλες, προκαλεί οργή στον ελληνικό λαό.  Στις 10 Μαρτίου, στη Θεσσαλονίκη, γίνονται βίαιες συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών από τη μία πλευρά και αστυνομίας από την άλλη, με αποτέλεσμα εκατοντάδες τραυματίες. Την ίδια μέρα, στο Ηράκλειο της Κρήτης, οι μαθητές κυριεύουν το αγγλικό προξενείο και το καταστρέφουν τελείως. Στην Αθήνα, οι ταραχές αρχίζουν το πρωί της 11ης Μαρτίου. Το επόμενο πρωί, αναγγέλλεται απαγόρευση του συλλαλητηρίου που επρόκειτο να γίνει και ο στρατός αναλαμβάνει την τήρηση της τάξης. Θωρακισμένα αυτοκίνητα με στρατιώτες περιπολούν συνεχώς και σημαντικές περιοχές περικυκλώνονται με συρματοπλέγματα. Παρά την απαγόρευση της διαδήλωσης, αυτή πραγματοποιείται με νέες συγκρούσεις και δεκάδες τραυματίες.




Στις 7 Μαΐου 1956, δεύτερη μέρα του Πάσχα, ο κυβερνήτης της Κύπρου Χάρντιγκ ανακοινώνει ότι θα εκτελεστούν δύο αγωνιστές της Κυπριακής αντίστασης, ο Μιχάλης Καραολής και ο Ανδρέας Δημητρίου. Δύο μέρες μετά - στις 9 Μαΐου 1956 - στην Αθήνα, πραγματοποιείται διαδήλωση διαμαρτυρίας ενάντια στην επικείμενη εκτέλεση των Κυπρίων αγωνιστών. Η συγκέντρωση είναι ογκώδης και μαχητική και έχει ως στόχο την αγγλική πρεσβεία. Κατά τη διέλευση του πλήθους από την οδό Σταδίου καταστρέφονται τα γραφεία της Αμερικανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών και κατά τις συγκρούσεις που ακολουθούν, ακούγονται πυροβολισμοί. Ο απολογισμός των οδομαχιών είναι 3 νεκροί και εκατοντάδες τραυματίες. Σε αντίποινα, ο Γρίβας διατάζει τον απαγχονισμό δύο Άγγλων δεκανέων που είχαν αιχμαλωτιστεί από την ΕΟΚΑ.


Οι συνθήκες Ζυρίχης – Λονδίνου και  
η ίδρυση της ανεξάρτητης «Δημοκρατίας της Κύπρου»

               
Στις 8 Απριλίου 1957, ο Μακάριος απελευθερώνεται και στις 17 Απριλίου φτάνει στην Αθήνα, όπου του γίνεται τεράστια υποδοχή. Όπως όλα δείχνουν, η Μεγάλη Βρετανία έχει πλέον αποφασίσει να εγκαταλείψει την Κύπρο και ό,τι άλλο είχε απομείνει από την παλιά αυτοκρατορία της. Έτσι, στις 5 Φεβρουαρίου 1959, ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο υπουργός Εξωτερικών Ευάγγελος Αβέρωφ αναχωρούν για τη Ζυρίχη για να συναντήσουν, ύστερα από παρεμβάσεις της Αμερικής, τους Τούρκους ομολόγους τους. Την επόμενη μέρα αρχίζουν οι συναντήσεις των δύο πλευρών και στις 10 Φεβρουαρίου ανακοινώνεται  η πλήρης συμφωνία, με την οποία αποφασίζεται η ίδρυση της ανεξάρτητης «Δημοκρατίας της Κύπρου»



Στις 11 Φεβρουαρίου 1959 υπογράφεται η Συμφωνία της Ζυρίχης μεταξύ των τότε πρωθυπουργών της Ελλάδας και της Τουρκίας, Κ. Καραμανλή και Α. Μεντερές. Στις 19 Φεβρουαρίου του 1959 υπογράφεται στο Λονδίνο, από τις κυβερνήσεις της Βρετανίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας, Συμφωνία για το καθεστώς στην Κύπρο μετά το τέλος της βρετανικής κυριαρχίας. Στη Συμφωνία αυτή ενσωματώνεται η Συμφωνία της Ζυρίχης.   

Ο Άγγλος Κυβερνήτης Σερ Χιου Φούτ (στο κέντρο) παραδίδει τη διοίκηση της Κύπρου. 
Δεξιά του και αριστερά του, ο πρόεδρος και αντιπρόεδρος του ανεξάρτητου Κυπριακού Κράτους, 
Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ’ και Φαζίλ Κιουτσούκ

Στα βασικότερα σημεία τους οι συμφωνίες προβλέπουν:
α) Τη δημιουργία ανεξάρτητου κυπριακού κράτους με επίσημες γλώσσες την ελληνική και την τουρκική, υπό την κηδεμονία της Μ. Βρετανίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας. Τα τρία κράτη-κηδεμόνες εγγυώνται την ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας, με το δικαίωμα να επεμβαίνουν από κοινού ή το καθένα χωριστά όταν αυτή απειλείται.
β) Την απαγόρευση της μερικής ή ολικής ένωσης του κυπριακού κράτους με κάποιο άλλο.
γ) Ως σύστημα διακυβέρνησης της Κύπρου ορίζεται η Προεδρική Δημοκρατία με πρόεδρο Ελληνοκύπριο και αντιπρόεδρο Τουρκοκύπριο, που θα εκλέγονται ο πρώτος από τους ελληνικής και ο δεύτερος από τους τουρκικής καταγωγής κατοίκους του νησιού. Και ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος οπλίζονται με το δικαίωμα του βέτο για θέματα της εξωτερικής πολιτικής, των Ενόπλων Δυνάμεων, της ασφάλειας κλπ.
δ) Το Υπουργικό Συμβούλιο θα αποτελείται από επτά Ελληνοκύπριους και τρεις Τουρκοκύπριους.
ε)  Θα υπάρχει μία ενιαία Βουλή όπου το 70% των εδρών θα το έχουν οι Ελληνοκύπριοι και το 30% οι Τουρκοκύπριοι. Για τις βουλευτικές έδρες, η κάθε κοινότητα θα ψηφίζει χωριστά και θα εκλέγει τους δικούς της εκπροσώπους. Επίσης, θα υπάρχουν δύο ακόμη Βουλές, μία ελληνοκυπριακή και μία τουρκοκυπριακή που θα αποφασίζουν για τα θρησκευτικά, εκπαιδευτικά και πνευματικά ζητήματα των δύο κοινοτήτων.
στ) Η Κυπριακή Δημοκρατία θα έχει στρατό δύο χιλιάδων ανδρών, από τους οποίους το 60% θα είναι Ελληνοκύπριοι και το 40% Τουρκοκύπριοι. Ίσος αριθμός ανδρών θα αποτελεί και τα Σώματα Ασφαλείας αλλά εδώ ο συσχετισμός θα είναι 70% προς 30% αντίστοιχα με δύο αρχηγούς, έναν από κάθε κοινότητα.
ζ) Η Μ. Βρετανία θα διατηρήσει τις βάσεις της στις περιοχές Ακρωτήρι, Επισκοπή, Παραμάλι, Δεκέλεια, Πέργαμος, Άγιος Νικόλαος και Ξυλοφάγου, καθώς και το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το λιμάνι της Αμμοχώστου και το αεροδρόμιο της Λευκωσίας.
η) Στο νησί θα σταθμεύει τριμερές στρατηγείο Ελλάδας, Τουρκίας και Κύπρου καθώς και ελληνική στρατιωτική δύναμη 950 ανδρών και τουρκική 650, για την εγγύηση τήρησης των συμφωνιών 

Οι Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου γίνονται δεκτές με ενθουσιασμό από το μεγάλο μέρος του κυπριακού και ελληνικού λαού. Η ελληνική αντιπολίτευση, όμως, θεωρεί αυτές τις συμφωνίες προδοτικές, καθώς θεωρεί ότι με τον τρόπο αυτό απομακρύνεται το όνειρο της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Έντονη διαφωνία με τις Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου εκφράζει και ο Γρίβας ο οποίος, παρόλα αυτά, διατάζει κατάπαυση του πυρός στις 9 Μαρτίου 1959. Στις 17 Μαρτίου, ο  Γρίβας επιστρέφει στην Αθήνα, όπου του γίνεται  υποδοχή ήρωα. Στις 25 Ιουνίου επιτυγχάνεται η οριστική συμφωνία με τους Βρετανούς, σύμφωνα με την οποία αυτοί θα εγκατέλειπαν το νησί, άλλα θα διατηρούσαν σε αυτό τις στρατιωτικές βάσεις τους, έκτασης αρκετών εκατοντάδων τετραγωνικών χιλιομέτρων.  


Στις 14 Δεκεμβρίου 1959, γίνονται εκλογές και ο Μακάριος εκλέγεται πρόεδρος της Δημοκρατίας συγκεντρώνοντας το 67% των ψήφων. Τα μεσάνυχτα της 15ης προς 16ης Αυγούστου 1960, γίνεται η επίσημη ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Κύπρου. Αργότερα συνέρχεται η Βουλή και ορκίζεται ο πρόεδρος Μακάριος και ο αντιπρόεδρος Κιουτσούκ. Την ίδια μέρα, αποβιβάζονται στην Κύπρο το ελληνικό και τουρκικό στρατιωτικό σώμα που προβλέπονται από τις συμφωνίες.





Από την ανεξαρτησία και μετά

Η υπογραφή των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου δεν αντιμετωπίζεται από όλους τους Κύπριους θετικά. Ένας από τους όρους των Συμφωνιών ήταν η απαγόρευση της ένωσης του νησιού με την Ελλάδα ή την Τουρκία. Έτσι, η γέννηση του ανεξάρτητου Κυπριακού Κράτους δεν ικανοποιεί τους πόθους ούτε της πλειοψηφίας των Ελληνοκύπριων, που επιθυμούσαν ένωση με την Ελλάδα , ούτε των Τουρκοκύπριων, που επιδίωκαν διχοτόμηση και ένωση με την Τουρκία.


Σύνθημα στο περιτοίχισμα του Ιππόδρομου Λευκωσίας

Σύνθημα στην τουρκοκυπριακή συνοικία Τακτακαλάς
στη Λευκωσία (Taksim = Διχοτόμηση)

Από την άλλη πλευρά, η λειτουργία του νεοσύστατου κράτους αποδεικνύεται ιδιαίτερα προβληματική, καθώς το σύστημα διακυβέρνησης που καθιερώνεται, παρουσιάζει αρκετές δυσκολίες και αδυναμίες. Το δικαίωμα βέτο που έχει ο Τούρκος αντιπρόεδρος – και το οποίο χρησιμοποίησε σε καίρια θέματα – δίνει την αφορμή για προστριβές μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Οι Ελληνοκύπριοι θεωρούν ότι  δίνονται υπερπρονόμια στους Τουρκοκύπριους, αναντίστοιχα της πληθυσμιακής τους αναλογίας. Στην τουρκοκυπριακή κοινότητα αποθαρρύνονται οι εμπορικές συναλλαγές με τους Ελληνοκύπριους, με το σύνθημα “από Τούρκο σε Τούρκο” και απαγορεύεται η είσοδος Ελληνοκύπριων στις τουρκοκυπριακές συνοικίες.


Απόδειξη προστίμου που επιβλήθηκε σε Τουρκοκύπριο,
επειδή αγόρασε από ελληνοκυπριακό κατάστημα.



Μέσα σε αυτό το κλίμα αμοιβαίας δυσπιστίας, ο πρόεδρος Μακάριος υποβάλλει προτάσεις για συνταγματικές αλλαγές. Το Νοέμβριο του 1963 καλεί τον αντιπρόεδρο Κιουτσούκ σε διαπραγματεύσεις για τροποποίηση 13 σημείων του Συντάγματος. Οι προτάσεις απορρίπτονται από την τουρκική πλευρά αφού, σύμφωνα με τους Τουρκοκύπριους, αποτελούν αφενός προσπάθεια μετατροπής τους από κοινότητα σε μειονότητα και αφετέρου αφήνουν ανοικτές τις πύλες για ένωση με την Ελλάδα.

Τουρκοκύπριοι διαδηλώνουν στον τουρκικό τομέα της Λευκωσίας
 κατά της Ένωσης












Αρχίζουν οι ένοπλες συγκρούσεις Ελληνοκυπρίων - Τουρκοκυπρίων


Μετά την απόρριψη των προτάσεων για αναθεώρηση του Συντάγματος, η ατμόσφαιρα στην Κύπρο γίνεται ιδιαίτερα τεταμένη και οι δύο κοινότητες αρχίζουν να προετοιμάζονται στρατιωτικά, για να αντιμετωπίσουν την επερχόμενη σύγκρουση. Η αφορμή δίνεται στις 21 Δεκεμβρίου 1963, όταν γίνεται συμπλοκή μεταξύ Ελληνοκύπριων αστυνομικών με Τουρκοκύπριους που οδηγεί στο θάνατο δύο Τουρκοκυπρίων. 





Αυτή είναι η σπίθα για να ξεσπάσει η έκρηξη που όλοι περίμεναν. Οι Τουρκοκύπριοι εξεγείρονται και μάχες ξεσπούν σε ολόκληρο το νησί. Στη Λευκωσία γίνονται οι πιο εκτεταμένες συγκρούσεις, με θύματα και από τις δύο κοινότητες. Οι Τουρκοκύπριοι κατορθώνουν να θέσουν υπό τον έλεγχο τους μια μεγάλη περιοχή, που εκτείνεται από τον τουρκοκυπριακό τομέα της Λευκωσίας και φτάνει μέχρι την οροσειρά του Πενταδάχτυλου. Έτσι, δημιουργείται και ο μεγαλύτερος τουρκοκυπριακός θύλακας στο νησί. Παράλληλα, δημιουργούνται και μικρότεροι θύλακες σε άλλα μέρη της Κύπρου

Για την αντιμετώπιση της κρίσης συγκαλείται Διάσκεψη στο Λονδίνο με συμμετοχή των τριών Εγγυητριών Δυνάμεων  (Αγγλία, Ελλάδα και Τουρκία) και εκπροσώπους των Ελληνοκύπριων και Τουρκοκύπριων. Στις 29 Δεκέμβρη υπογράφεται συμφωνία κατάπαυσης των εχθροπραξιών και παρεμβολή Βρετανών στρατιωτικών μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών. Η Λευκωσία χωρίζεται σε ελληνοκυπριακή και τουρκοκυπριακή από την «Πράσινη Γραμμή». Η διαχωριστική γραμμή που χωρίζει την πόλη ονομάστηκε Πράσινη, από το μελάνι με το οποίο ο υπεύθυνος των Ηνωμένων Εθνών χάραξε πάνω στο χάρτη της πόλης τη γραμμή που θα χώριζε τις δύο κοινότητες.





Οι Τουρκοκύπριοι, που ζουν σε μεικτά χωριά ή σε οικισμούς περικυκλωμένους από ελληνοκυπριακά χωριά, υποχρεώνονται από την ηγεσία τους αλλά και από επιθέσεις Ελληνοκύπριων να καταφύγουν στους θύλακες που ελέγχονται από Τουρκοκύπριους. 



Χάρτης της Κύπρου που παρουσιάζει τους τουρκοκυπριακούς θύλακες


Οι σχέσεις ανάμεσα στις δύο κοινότητες διακόπτονται. Οι Ελληνοκύπριοι έχουν το βλέμμα στραμμένο προς την ένωση και οι Τουρκοκύπριοι προς τη διχοτόμηση. Από τις 30 Δεκεμβρίου 1963, ο αντιπρόεδρος Κιουτσούκ έχει ήδη διακηρύξει ότι  δεν υπάρχει πλέον προοπτική συνύπαρξης των δύο κοινοτήτων στην Κύπρο και, σε συνέντευξη του στη Le Monde στις 10 Ιανουαρίου 1964,  αναφέρει ότι οι Τουρκοκύπριοι θέλουν ξεχωριστό κράτος. Η Κυπριακή Δημοκρατία καταρρέει.

Το Μάρτιο του 1964 το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών αποφασίζει την αποστολή ειρηνευτικού Σώματος. Αποστολή της ειρηνευτικής δύναμης είναι η διατήρηση της τάξης στο νησί και η εξομάλυνση των σχέσεων ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Παρά την παρουσία του ειρηνευτικού σώματος, οι συγκρούσεις δεν σταματούν. Το έτος 1964 σφραγίζεται από πολλές ένοπλες συγκρούσεις σε όλη την Κύπρο, με θύματα και από τις δύο κοινότητες. Αίτια των συγκρούσεων αυτών είναι, αφ'ενός, η επιθυμία των Τουρκοκύπριων να επεκτείνουν τον έλεγχό τους σε νέες περιοχές, ώστε να πετύχουν τη συνένωση δύο ή περισσότερων θυλάκων και, αφ'ετέρου, η προσπάθεια των Ελληνοκύπριων να καταλάβουν τουρκοκυπριακές θέσεις στρατηγικής σημασίας.

Και στις δύο πλευρές παρατηρείται στρατιωτικός αναβρασμός. Οι Ελληνοκύπριοι, φοβούμενοι τουρκική στρατιωτική επέμβαση φροντίζουν να θωρακίσουν την άμυνα της Κύπρου. Δημιουργούν τον πρώτο τακτικό στρατό, που ονομάζεται Εθνική Φρουρά. Παράλληλα, o Μακάριος ζητά από την ελληνική κυβέρνηση (Γεώργιο Παπανδρέου) την αποστολή ελληνικού στρατού στην Κύπρο. Έτσι, το Μάρτιο του 1964 αρχίζει συστηματική μυστική αποστολή Ελλήνων στρατιωτών - περίπου 9000 – οι οποίοι αποτέλεσαν την Ελληνική Μεραρχία που παρέμεινε στο νησί μέχρι το Δεκέμβριο του 1967. Τον Ιούνιο του 1964 φτάνει στην Κύπρο ο Γρίβας, ο οποίος αναλαμβάνει διοικητής της Μεραρχίας. Οι Τουρκοκύπριοι, από την άλλη, ενισχύονται με λαθραίο εξοπλισμό από την Τουρκία


Το σχέδιο Άτσεσον

Παράλληλα με τις στρατιωτικές προπαρασκευές, δεν σταματούν οι διπλωματικές συζητήσεις με σκοπό την εξεύρεση πολιτικής λύσης. Η κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου δέχεται να αναζητηθεί λύση για το Κυπριακό έξω από τα πλαίσια του ΟΗΕ, μέσω ενός ελληνοτουρκικού διαλόγου, διαιτητής του οποίου ορίζεται ο πρώην Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Ντιν Άτσεσον. Στο διάστημα Ιουλίου - Αυγούστου 1964 ο Ντιν Άτσεσον υποβάλλει δύο σχέδια για τη λύση του Κυπριακού. Και τα δύο σχέδια περιλαμβάνουν διχοτόμηση της Κύπρου.

Το πρώτο σχέδιο προβλέπει την «ένωση» της νήσου με την Ελλάδα υπό τις εξής βασικές προϋποθέσεις:

α) Να παραχωρηθεί στην Τουρκία η χερσόνησος της Καρπασίας (από το Μπογάζι μέχρι τα σύνορα της Μονής του Αποστόλου Ανδρέα) για να χρησιμοποιηθεί ως τουρκική στρατιωτική βάση.
β) Οι Τουρκοκύπριοι εκτός της τουρκικής βάσης να τύχουν ειδικής μεταχείρισης: Δύο ή τρεις περιοχές της Κύπρου όπου οι Τουρκοκύπριοι έχουν την πλειοψηφία να μετατραπούν σε καντόνια, να αποτελέσουν, δηλαδή, ειδικές αυτόνομες περιοχές με δική τους αυτοδιοίκηση. Οι υπόλοιποι Τουρκοκύπριοι που θα παραμείνουν κάτω από ελληνική διοίκηση να έχουν όλα τα μειονοτικά δικαιώματα.

Το σχέδιο αυτό συναντά την πλήρη αντίθεση της κυπριακής πλευράς. Η κυβέρνηση Παπανδρέου, από τη μεριά της, προσπαθεί να παζαρέψει, ελπίζοντας ότι τελικά θα πετύχει την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, με εδαφικά ανταλλάγματα, αλλά όσο το δυνατόν μικρότερα. Ένα από τα ανταλλάγματα που προτάθηκε στο παζάρι αυτό, ήταν και το Καστελλόριζο.

Κάτω από τις αντιδράσεις της κυπριακής πλευράς, ο Άτσεσον τροποποιεί το πρώτο του σχέδιο και διαμορφώνει ένα δεύτερο που, μεταξύ άλλων, προβλέπει:

α) Η περιοχή της Καρπασίας - μειωμένης, όμως, εκτάσεως σε σχέση με αυτήν που προέβλεπε το πρώτο σχέδιο - να εκμισθωθεί από την Τουρκία για 50 χρόνια.
β) Αντί για δημιουργία τουρκοκυπριακών καντονιών, οι Τουρκοκύπριοι στις περιοχές που πλειοψηφούν να διοικούνται από Τουρκοκύπριους επάρχους και το διοικητικό προσωπικό να είναι κατά πλειοψηφία ομόφυλοί τους.

Τώρα ήταν η σειρά της τουρκικής πλευράς να απορρίψει το σχέδιο



Η κατάληψη της Μανσούρας και η τουρκική αεροπορική επιδρομή του 1964


Η ένταση κορυφώνεται τον Αύγουστο του 1964, όταν ξεσπούν μάχες στην περιοχή της Τηλλυρίας. Η Εθνική Φρουρά οργανώνει επίθεση κατά του τουρκοκυπριακού θύλακα, Μανσούρας – Κοκκίνων, μέσω του οποίου εισάγονται λαθραία όπλα και πυρομαχικά από την Τουρκία. Οι Ελληνοκύπριοι εκτιμούσαν ότι η περιοχή αυτή θα αποτελούσε έτοιμο προγεφύρωμα των Τούρκων, σε περίπτωση απόβασης. Αποφάσισαν, έτσι,  οι Ελληνοκύπριοι να επέμβουν στρατιωτικά, να καταλάβουν την περιοχή και να στερήσουν, με αυτό τον τρόπο, από τους Τούρκους αυτό το στρατηγικό πλεονέκτημα. Τουρκοκύπριοι υποχρεώνονται να εγκαταλείψουν τα χωριά τους και να καταφύγουν στα Κόκκινα. Η ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ αδυνατεί να επιβάλει εκεχειρία. 

Ελληνοκύπριοι έχουν καταλάβει το αρχηγείο των Τουρκοκυπρίων στη Μανσούρα

Το Σάββατο 8 Αυγούστου, η Κύπρος δέχεται την αιφνιδιαστική επίθεση της τουρκικής αεροπορίας, η οποία βομβαρδίζει στόχους στην Τηλλυρία, ανεξάρτητα αν είναι στρατιωτικοί στόχοι ή όχι.

Την ίδια ώρα στην Αθήνα, ο Τούρκος πρεσβευτής αναφέρει στον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών την επίθεση των κυπριακών δυνάμεων εναντίον των τουρκικών χωριών και του δηλώνει πως αν δεν σταματήσουν οι ελληνοκυπριακές επιθέσεις, η Τουρκία θα αναγκαστεί να επέμβει. Η πρωτοβουλία των Κυπρίων προκαλεί την αγανάκτηση του Γεωργίου Παπανδρέου, καθώς είχαν συμφωνήσει με το Μακάριο και το Γρίβα να μη γίνει καμία πολεμική επιχείρηση χωρίς την έγκριση της Ελλάδας.

Στην Ελλάδα, η αεροπορία, ο στόλος, οι κομάντος και οι αλεξιπτωτιστές μπαίνουν σε κατάσταση συναγερμού. Ο στρατός στη Θράκη και στο Αιγαίο τίθεται σε επιφυλακή και αεροπλάνα – καταδιωκτικά και βομβαρδιστικά – καταφτάνουν στην Κρήτη. Ο Γεώργιος Παπανδρέου, με τηλεγράφημά του στο Μακάριο, ζητά να παύσουν οι πολεμικές επιχειρήσεις από κυπριακής πλευράς κάτι που, όπως βεβαιώνουν οι αναφορές, συνέβη.

Παρόλα αυτά, οι Τούρκοι συνεχίζουν και την επόμενη μέρα τους βομβαρδισμούς, ρίχνοντας ακόμη και βόμβες ναπάλμ. Το απόγευμα φτάνει στην Κύπρο ένα σμήνος ελληνικών αεροπλάνων και προσγειώνεται στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας, αφού τα τουρκικά αεροπλάνα έχουν αποχωρήσει.


Χάρτης της Κύπρου που δείχνει την περιοχή Μανσούρας


Οι τουρκικές επιδρομές σταματούν και την επομένη εκδίδεται απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας για κατάπαυση του πυρός. Ήδη, όμως, η Κύπρος έχει δεχτεί ένα βαρύτατο πλήγμα. Οι νεκροί έχουν ξεπεράσει τους εκατό – στρατιώτες και άμαχος πληθυσμός μαζί – και έχει υποστεί μεγάλες υλικές ζημιές.



Ο Μακάριος προσεγγίζει τη Σοβιετική Ένωση και απομακρύνεται από το Γρίβα

Οι Κύπριοι, μετά από τα παραπάνω, αντιλαμβάνονται ότι δεν μπορούν να στηρίζονται μόνο στην ελληνική βοήθεια, αλλά πρέπει και οι ίδιοι να οργανώσουν τη δική τους άμυνα. Έτσι, ο Μακάριος στρέφεται προς τη Σοβιετική Ένωση ζητώντας της όπλα αλλά και την ένοπλη συμπαράστασή της. Η απάντηση από τη Σοβιετική Ένωση δεν αργεί να έρθει. Με δήλωσή του ο Σοβιετικός πρωθυπουργός Νικήτα Χρουστσόφ προειδοποιεί ότι αν η Κύπρος δεχτεί στρατιωτική εισβολή, η Σοβιετική Ένωση θα τη βοηθήσει να υπερασπιστεί την ελευθερία και την ανεξαρτησία της. Μερικούς μήνες αργότερα, όμως, ο Σοβιετικός υπουργός Εξωτερικών Αντρέι Γκρομίκο δηλώνει πως όταν μιλάνε για ανεξαρτησία της Κύπρου, εννοούν ομοσπονδιακή κυβέρνηση, προσεγγίζοντας με τον τρόπο αυτό τις θέσεις της Τουρκίας.

Μετά την τουρκική επίθεση στην Τυλληρία, τις ταραχές διαδέχεται αρχικά μια σχετική ηρεμία.  Από το 1964 αρχίζουν να καταβάλλονται προσπάθειες από τον ΟΗΕ για επίλυση του κυπριακού ζητήματος. Προτείνονται κάποια σχέδια λύσης, τα οποία όμως απορρίπτονται, είτε από την ελληνοκυπριακή, είτε από την τουρκοκυπριακή πλευρά.

Παράλληλα, όμως, αρχίζει και η σύγκρουση μεταξύ Γρίβα και Μακαρίου, καθώς ο Γρίβας και πολλοί Έλληνες αξιωματικοί θεωρούν ότι ο Μακάριος δεν επιθυμεί πλέον την Ένωση με την Ελλάδα. Έτσι, στην Κύπρο, αρχίζουν να μελετούνται σχέδια εναντίον του Μακαρίου. Τον Νοέμβριο του 1966, έχουμε μία νέα κρίση στις σχέσεις Γρίβα και Μακαρίου. Αιτία είναι ένα φορτίο από όπλα που φτάνουν στην Κύπρο, τα οποία η κυπριακή κυβέρνηση είχε παραγγείλει για τον εξοπλισμό της αστυνομίας. Ο Γρίβας θεωρεί πως ο Μακάριος – βλέποντας ότι είχε χάσει τον έλεγχο της Εθνικής Φρουράς – σκοπεύει να φτιάξει μία ισχυρή παραστρατιωτική οργάνωση για να μπορέσει να ελέγξει την κατάσταση. Με όλο το θόρυβο που δημιουργείται, η άφιξη των όπλων γίνεται γνωστή στους Τούρκους που απαιτούν να παραδοθεί ο οπλισμός αυτός στην ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ. Μετά από πιέσεις και της ελληνικής κυβέρνησης, ο οπλισμός πράγματι παραδίνεται στον ΟΗΕ.



Το χουντικό πραξικόπημα απομακρύνει ακόμη περισσότερο το Μακάριο από τις ελληνικές θέσεις

Εν τω μεταξύ, στις 21 Απριλίου 1967, η χούντα καταλαμβάνει την εξουσία στην Ελλάδα και οι σχέσεις της Ελλάδας με το Μακάριο χειροτερεύουν. Το δικτατορικό καθεστώς, από την αρχή δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Κύπρο, εκδηλώνοντας την πρόθεσή του να επιδιώξει την Ένωση με την Ελλάδα, καθώς αντιλαμβάνεται το τεράστιο λαϊκό έρεισμα που θα αποκτούσε σε περίπτωση επίτευξης του στόχου αυτού. Ο Μακάριος, όμως, αποκρούει κατηγορηματικά μια τέτοια λύση που, όπως φαινόταν, θα περιελάμβανε την παραχώρηση ενός τμήματος της Κύπρου στους Τούρκους. Προτιμά, λοιπόν, μια αναβολή της Ένωσης για καιρούς που θα ήταν δυνατή μια ολοκληρωτική πραγματοποίησή της.

Τον Αύγουστο του 1967 ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος φτάνει στη Λευκωσία για να συνομιλήσει με το Μακάριο και να βοηθήσει στη δημιουργία κλίματος “ενωτικής ατμόσφαιρας” στην Κύπρο. Το Σεπτέμβριο του 1967, ανακοινώνεται η συνάντηση στη Θράκη του Έλληνα και του Τούρκου πρωθυπουργού. Στη συνάντηση αυτή συζητήθηκε ένα σχέδιο το οποίο, ήδη από το 1966, είχαν συζητήσει οι τότε υπουργοί εξωτερικών των δύο χωρών. Το σχέδιο αυτό, όμως, δεν πρόλαβε να προωθηθεί καθώς η ελληνική κυβέρνηση Στεφανόπουλου εκείνης της εποχής ανατράπηκε μετά από λίγες ημέρες. Σύμφωνα με το σχέδιο αυτό, οι Τούρκοι θα αποκτούσαν μία στρατιωτική βάση στην Κύπρο, ενώ το υπόλοιπο νησί θα παρέμενε αφοπλισμένο. Στη διάσκεψη της Θράκης του 1967, αυτό που παρουσίασε η ελληνική κυβέρνηση ήταν ουσιαστικά το παραπάνω σχέδιο, με μία προσθήκη την παραχώρηση από την Ελλάδα στην Τουρκία του “τριγώνου του Καραγότς”, ενός στρατηγικού σημείου στον ποταμό Έβρο. Η τουρκική αντιπροσωπεία, όμως, απορρίπτει την ελληνική προσφορά δηλώνοντας ότι τα ανταλλάγματα που προσφέρει η Ελλάδα δεν είναι άξια συζήτησης. Έτσι, μετά από 15 ώρες διαπραγματεύσεων, η διάσκεψη λήγει άδοξα και η ελληνική αντιπροσωπεία επιστρέφει άπραγη στην Αθήνα.


Η επίθεση στα χωριά Άγιος Θεόδωρος και Κοφίνου 

Τον Οκτώβριο του 1967, συλλαμβάνεται από τους Ελληνοκύπριους ο Ραούφ Ντενκτάς, αρχηγός των Τουρκοκυπρίων, με δύο συντρόφους του. Ήταν και οι τρεις ένοπλοι και είχαν μόλις αποβιβαστεί στην Κύπρο, ερχόμενοι από την Τουρκία.

Ο Ντενκτάς, από το 1960, ήταν πρόεδρος της τουρκικής κοινοτικής βουλής αλλά από το 1964 είχε καταφύγει στην Τουρκία λόγω της ανατρεπτικής δράσης του και είχε προειδοποιηθεί από την κυπριακή κυβέρνηση ότι θα συλλαμβανόταν αν ξαναγύριζε πίσω. Η σύλληψη του Ντενκτάς προκαλεί αναταραχή στον τουρκικό τομέα της Λευκωσίας και  ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών κάνει απειλητικές δηλώσεις. 

Η ένταση κορυφώνεται στις 15 Νοεμβρίου, όταν μία περίπολος της κυπριακής αστυνομίας δέχτηκε πυρά έξω από τον Άγιο Θεόδωρο. Αμέσως ανέλαβε δράση η Εθνική Φρουρά με επικεφαλής τον Γρίβα και μέσα σε μερικές ώρες οι δυνάμεις της μπήκαν στο μεικτό χωριό του Αγίου Θεοδώρου και κατέλαβαν τα πολυβολεία και παράλληλα εξουδετέρωσαν τις εστίες αντίστασης στο γειτονικό χωριό της Κοφίνου. Ως αποτέλεσμα, ο θύλακας καταλήφθηκε στο σύνολό του, και πιάστηκαν πολλοί Τούρκοι και Τουρκοκύπριοι αιχμάλωτοι. Η επιχείρηση κράτησε από τις 2.35 μ.μ. έως τις 9 μ.μ. και στοίχισε στους Τούρκους 22 νεκρούς και 9 τραυματίες, μεταξύ των οποίων και άμαχοι. Ο απολογισμός ήταν 26 νεκροί Τουρκοκύπριοι, μεταξύ των οποίων και αρκετοί άμαχοι και πολλοί Τουρκοκύπριοι αιχμάλωτοι


Ο Γρίβας με τους επιτελείς του στο καφενείο του χωριού Κοφίνου,
μετά την ολοκλήρωση της επιχείρησης της Εθνικής Φρουράς


Η Τουρκία αντιδρά άμεσα. Τη νύχτα της 16ης Νοεμβρίου 1967, η Μεγάλη Εθνοσυνέλευση στην Άγκυρα, αποφασίζει πόλεμο με την Ελλάδα, αν δεν σταματήσουν οι ελληνικές επιθέσεις εναντίον των Τουρκοκυπρίων. Τα τουρκικά αεροπλάνα αρχίζουν να εκτελούν καθημερινά χαμηλές πτήσεις πάνω από τη Λευκωσία, ενώ στη Θράκη συγκεντρώνονται τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις. Το χουντικό καθεστώς αρχίζει να συνειδητοποιεί τον κίνδυνο και στην Αθήνα φτάνει  ο απεσταλμένος του προέδρου των ΗΠΑ Τζόνσον με σκοπό να συμβιβάσει την Ελλάδα και την Τουρκία.

Οι Τούρκοι θέτουν αμέσως τις παρακάτω αξιώσεις :
α) Να φύγει αμέσως ο Γρίβας από την Κύπρο. Πράγματι, ο Γρίβας στις 19 Νοεμβρίου επιστρέφει στην Αθήνα.
β) Να δοθούν αποζημιώσεις στα θύματα των χωριών Κοφινού και Αγ.Θεοδώρων.
γ) να αποσυρθεί το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα από την Κύπρο, που αποτελούνταν από 10.000 άντρες.

Η τελευταία αξίωση των Τούρκων προκαλεί αμηχανία στην ελληνική κυβέρνηση, γιατί τυχόν ικανοποίησή της αφήνει την Κύπρο ανυπεράσπιστη. Κάτω, όμως, από την πίεση των Τούρκων που απειλούσαν ακόμη και με στρατιωτική επίθεση εναντίον της Ελλάδας, η ελληνική κυβέρνηση υποχωρεί και δέχεται να αποσύρει το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα.

Η συμφωνία που ακολουθεί, εκτός από την αποχώρηση του ελληνικού στρατού, περιλαμβάνει και τα παρακάτω :
α) Παραμονή στην Κύπρο της ΕΛΔΥΚ και της ΤΟΥΡΔΥΚ ( δύναμης 900 και 650 αντρών αντίστοιχα )
β) Διάλυση των τουρκικών στρατιωτικών συγκεντρώσεων στις μικρασιατικές ακτές απέναντι της Κύπρου
γ) Αφοπλισμό των ένοπλων δυνάμεων Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, κάτι που σήμαινε διάλυση της κυπριακής εθνοφρουράς που, μαζί με τις εφεδρείες της, έφτανε τους 15.000 άντρες.
δ) Ανάληψη ευθύνης της τάξης και της ασφάλειας από την ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ


Ο Μακάριος αρνείται τη διάλυση της Κυπριακής Εθνοφρουράς. Τα υπόλοιπα σημεία της συμφωνίας τηρούνται και, μέχρι τις αρχές του 1968, το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα εγκαταλείπει την Κύπρο. Ένας Γερμανός διπλωμάτης γράφει χαρακτηριστικά για το γεγονός αυτό : “Η Ελλάδα έπαθε μια νέα Μικρασιατική καταστροφή χωρίς να ρίξει τουφεκιά!”



Ο Μακάριος γίνεται στόχος της χούντας και των εθνικιστών


Το Φεβρουάριο του 1968 γίνονται στην Κύπρο εκλογές και ο Μακάριος εκλέγεται με το θριαμβευτικό ποσοστό του 95%. Σιγά-σιγά, αρχίζει να ωριμάζει η ιδέα ενός διακοινοτικού διαλόγου. Έτσι, τον Ιούνιο του  1968, αρχίζουν διακοινοτικές συνομιλίες, που στοχεύουν στη δημιουργία ενός ειρηνικού πλαισίου συμβίωσης των δύο κοινοτήτων. Από την ελληνοκυπριακή πλευρά εγκαταλείπεται ο στόχος της Ένωσης και υιοθετείται η γραμμή της Ανεξαρτησίας. Ξεκινά η ομαλοποίηση των σχέσεων των δύο πλευρών. Οι Τουρκοκύπριοι βγαίνουν από τους θύλακες και αρχίζει πάλι η συνεργασία με τους Ελληνοκύπριους.


Αυτές οι εξελίξεις προκαλούν τη γέννηση στο κυπριακό έδαφος παράνομων οργανώσεων οι οποίες, με τρομοκρατικές μεθόδους, στοχεύουν στον τερματισμό των διακοινοτικών συνομιλιών και στην επίτευξη της ένωσης Κύπρου – Ελλάδας. Η πρώτη από αυτές είναι το “Εθνικό Μέτωπο”, δημιούργημα της Χούντας των Αθηνών. Η οργάνωση αυτή αποπειράται να δολοφονήσει τον αρχηγό της Αστυνομίας, να απαγάγει υπουργούς κλπ. Η πιο σημαντική ανατρεπτική του ενέργεια είναι  η δολοφονική απόπειρα που επιχείρησε εναντίον του Μακαρίου το Μάρτιο του 1970, χτυπώντας με πυροβολισμούς το ελικόπτερο στο οποίο επέβαινε ο αρχιεπίσκοπος. Ο αρχιεπίσκοπος σώζεται, αλλά ο πιλότος του ελικοπτέρου τραυματίζεται βαριά. Πίσω από την απόπειρα, όπως αποδείχτηκε αργότερα, ήταν η χούντα των Αθηνών.

Ο Μακάριος επιθεωρεί το ελικόπτερο μέσα στο οποίο βρισκόταν όταν έγινε η δολοφονική απόπειρα εναντίον του  (8 Μαρτίου 1970)

Αυτός ο “πόλεμος” που έχει ξεσπάσει μεταξύ Αθήνας και Λευκωσίας αδυνατίζει την κυπριακή κυβέρνηση έναντι των Τούρκων στις ενδοκυπριακές συνομιλίες που διεξάγονται παράλληλα. Ενώ διεξάγονται ακόμη οι συνομιλίες αυτές, ο Γρίβας, ο οποίος μετά τα γεγονότα της Κοφινούς είχε ανακληθεί στην Αθήνα, επιστρέφει στην Κύπρο τον Αύγουστο του 1971 και ιδρύει τη νέα οργάνωση ΕΟΚΑ Β', η οποία θα συνέχιζε το έργο του “Εθνικού Μετώπου” στην υπονόμευση της κυπριακής κυβέρνησης. Η κυβέρνηση της Κύπρου, για να μπορέσει να αμυνθεί, ιδρύει το Εφεδρικό Σώμα.

Εν τω μεταξύ, σε συνάντηση Μακαρίου – Γρίβα που γίνεται το Μάρτιο του 1972, έχουμε  πλήρες αδιέξοδο. Όμως, ο Μακάριος είναι αυτός που απολαμβάνει την απόλυτη εμπιστοσύνη του κυπριακού λαού. Στις εκλογές που γίνονται το Φεβρουάριο του 1973, επανεκλέγεται πανηγυρικά πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας.


Ακολουθεί στη συνέχεια νέα δολοφονική απόπειρα εναντίον του Μακαρίου – τον Οκτώβριο του 1973 – και άλλες εγκληματικές ενέργειες της ΕΟΚΑ Β'. Και όλα αυτά, ενώ συνεχίζονται οι ενδοκυπριακές συνομιλίες, οι οποίες διαρκούν μέχρι τον Ιούλιο του 1974 χωρίς όμως αποτέλεσμα. 



Το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου

Το Νοέμβριο του 1973, η εξέγερση του Πολυτεχνείου  προκαλεί την πτώση του δικτάτορα Παπαδόπουλου και την άνοδο στην εξουσία ενός ακόμη πιο σκληρού δικτάτορα, του Δημήτριου Ιωαννίδη ο οποίος μετά το θάνατο του Γρίβα – τον Ιανουάριο του 1974 – αναλαμβάνει ουσιαστικά τον έλεγχο της ΕΟΚΑ Β'. Ο Μακάριος, θέλοντας να απαλλαγεί από αυτούς που συνωμοτούν εναντίον του, ζητά από τη χουντική κυβέρνηση των Αθηνών την αποχώρηση από την Κύπρο όλων των Ελλαδιτών αξιωματικών.

Η απάντηση της Χούντας έρχεται λίγες μέρες αργότερα, στις 15 Ιουλίου, όταν με πραξικόπημα ανατρέπει την νόμιμη κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Φιλοχουντικές φάλαγγες της Εθνικής Φρουράς και της ΕΛΔΥΚ κινούνται με τανκς και βάλλουν εναντίον του Προεδρικού Μεγάρου. Παράλληλοι στόχοι των πραξικοπηματιών είναι η Αρχιεπισκοπή, το αεροδρόμιο Λευκωσίας, οι κεντρικές φυλακές, το Αρχηγείο Αστυνομίας και το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου (ΡΙΚ). Μάχες διεξάγονται σε αρκετές περιοχές της Κύπρου. Το Εφεδρικό Σώμα προσπαθεί, χωρίς όμως επιτυχία, να καταστείλει το πραξικόπημα


Μέλη του Εφεδρικού Σώματος που σκοτώθηκαν κατά το πραξικόπημα
από Ελλαδίτες και Κύπριους "αδελφούς"

Το ΡΙΚ ανακοινώνει ότι ο Μακάριος είναι νεκρός. Πρόεδρος της πραξικοπηματικής κυβέρνησης ορίζεται ο Νίκος Σαμψών


Ο Νίκος Σαμψών, αμέσως μετά την επιτυχία του πραξικοπήματος

Ο Μακάριος κατορθώνει να ξεφύγει από το Προεδρικό Μέγαρο  και να φτάσει στην Πάφο. Εκεί, από ένα τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό, απευθύνει μήνυμα αντίστασης προς τον κυπριακό λαό:  «Ελληνικέ Κυπριακέ Λαέ. Γνώριμη είναι η φωνή που ακούεις. Γνωρίζεις ποίος σου ομιλεί. Είμαι ο Μακάριος ... Το πραξικόπημα της Χούντας απέτυχε. Εγώ ήμουν ο στόχος της Χούντας. Και εφ΄όσον εγώ ζω, η Χούντα στην Κύπρο δεν θα περάσει … Η Χούντα απεφάσισε να καταστρέψει την Κύπρο. Να τη διχοτομήση. Αλλά δε θα το κατορθώση. Πρόβαλε παντοιοτρόπως ανίστασιν εις την Χούντα. Μη φοβηθής … Ενταχθήτε όλοι εις τα νομίμους δυνάμεις του κράτους. Η Χούντα δεν πρέπει να περάση και δεν θα περάση. Νυν υπέρ πάντων ο αγών!»

Την επόμενη μέρα, με στρατιωτικό αεροπλάνο των Βρετανών μεταφέρεται στη Μάλτα και έπειτα στο Λονδίνο. Στη συνέχεια, μεταβαίνει στη Νέα Υόρκη, όπου συγκαλείται Συμβούλιο Ασφαλείας, για να εξετάσει την κατάσταση που δημιουργήθηκε στην Κύπρο μετά το πραξικόπημα. Στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, ο Μακάριος καταγγέλλει το στρατιωτικό καθεστώς της Ελλάδας και την παραβίαση της ανεξαρτησίας της Κύπρου από τα όργανα της Χούντας



"...Καλώ τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια, ώστε να τεθεί ένα τέλος στην αφύσικη αυτή κατάσταση, που δημιουργήθηκε με το πραξικόπημα των Αθηνών.

Καλώ το Συμβούλιο Ασφαλείας να κάνει χρήση όλων των τρόπων και μέσων που διαθέτει, ώστε να αποκατασταθούν χωρίς καθυστέρηση η συνταγματική τάξη και τα δημοκρατικά δικαιώματα του λαού της Κύπρου.

Όπως ανέφερα ήδη, τα γεγονότα της Κύπρου δεν αποτελούν εσωτερική υπόθεση των Ελληνοκυπρίων. Αφορούν και επηρεάζουν και τους Τουρκοκυπρίους.

Το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας αποτελεί εισβολή, και οι συνέπειές του πλήττουν ολόκληρο τον κυπριακό λαό, Έλληνες και Τούρκους.

Τα Ηνωμένα Έθνη έχουν εγκαταστήσει μία ειρηνευτική δύναμη στην Κύπρο. Η παρουσία της δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική υπό συνθήκες πραξικοπήματος. Το Συμβούλιο Ασφαλείας πρέπει να καλέσει το ελληνικό στρατιωτικό καθεστώς να αποσύρει τους Έλληνες αξιωματικούς, που υπηρετούν στην κυπριακή εθνοφρουρά, και να θέσει τέλος στην εισβολή τους στην Κύπρο.

 Πιστεύω, με όσα στοιχεία παρέθεσα ενώπιόν σας, να σάς έδωσα μία ολοκληρωμένη εικόνα της κατάστασης. Δεν έχω ουδεμία αμφιβολία, πως μία αρμόζουσα απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας θα θέσει τέλος στην εισβολή, και θα αποκαταστήσει την παραβιασμένη ανεξαρτησία της Κύπρου και τα δημοκρατικά δικαιώματα του κυπριακού λαού "


Η τουρκική εισβολή στην Κύπρο

Η δράση της χούντας των Αθηνών και των εθνικιστικών συμμάχων της στην Κύπρο έχουν καταφέρει να προκαλέσουν εμφύλιο πόλεμο στο νησί και να διαλύσουν τους αμυντικούς μηχανισμούς του.  Είναι τραγικό το γεγονός ότι ενώ οι Τούρκοι κατέστρωναν τα σχέδια για την εισβολή που θα πραγματοποιούσαν σε λίγες ημέρες, οι χουντικοί και οι Κύπριοι σύμμαχοί τους είχαν τυφλωθεί και δεν τους ενδιέφερε τίποτε άλλο από το να βρουν τον Μακάριο και να τον σκοτώσουν

Πράγματι, το πραξικόπημα δίνει την αφορμή στην Τουρκία να εισβάλει με τα στρατεύματα της στην Κύπρο. Εκμεταλλευόμενη την ιδιότητα της ως Εγγυήτρια Δύναμη, παίρνει την απόφαση να επέμβει στο νησί, με πρόφαση την επαναφορά του συνταγματικού καθεστώτος της Κύπρου. Στις 20 Ιουλίου 1974, το πρωί, εκδηλώνεται η τουρκική εισβολή με αεροπορικούς βομβαρδισμούς. Πρώτοι στόχοι είναι στρατόπεδα και οχυρωματικά έργα στην περιοχή της Κερύνειας. Λίγο αργότερα αρχίζουν να ρίχνονται αλεξιπτωτιστές και πολεμοφόδια στον τουρκοκυπριακό θύλακα Λευκωσίας – Αγίρτας. Παράλληλα, γίνεται απόβαση τουρκικών στρατευμάτων στην ακτή Πέντε Μίλι της Κερύνειας.


Τούρκοι αποβιβάζονται στην Κύπρο


 Η Εθνική Φρουρά, αποδιοργανωμένη λόγω του πραξικοπήματος, αδυνατεί να αποκρούσει με επιτυχία την εισβολή. Κηρύσσεται γενική επιστράτευση, αλλά λόγω της ανυπαρξίας οργανωμένου σχεδίου άμυνας, οι Τούρκοι συνεχίζουν την προέλασή τους. Με ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας, το απόγευμα της 22ας Ιουλίου επιβάλλεται κατάπαυση του πυρός. Οι Τούρκοι έχουν πλέον στα χέρια τους το 8% του κυπριακού εδάφους. Ο πρόεδρος της πραξικοπηματικής κυβέρνησης Νίκος Σαμψών παραιτείται και πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας ορκίζεται ο Γλαύκος Κληρίδης. Ταυτόχρονα, στην Ελλάδα, καταρρέει η χούντα και αναλαμβάνει την πρωθυπουργία της Ελλάδας ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ερχόμενος από το Παρίσι.

Οι κινήσεις των Τούρκων κατά την πρώτη φάση της εισβολής (Αττίλας 1) 

Συγκαλείται η Α' Διάσκεψη στη Γενεύη της Ελβετίας, κατά τη διάρκεια της οποίας οι Υπουργοί Εξωτερικών των Εγγυητριών Δυνάμεων διαπραγματεύονται την αποκατάσταση της ειρήνης στην Κύπρο. Συμφωνείται η απελευθέρωση των αιχμαλώτων και από τις δύο κοινότητες και ορίζεται ο δεύτερος κύκλος συνομιλιών στις 8 Αυγούστου. Η Β’ Διάσκεψη οδηγείται σε αδιέξοδο, εφόσον η τουρκοκυπριακή πλευρά απορρίπτει τις ελληνοκυπριακές προτάσεις. Αμέσως μετά τη λήξη των συνομιλιών, αρχίζει η δεύτερη φάση της εισβολής.


Χάρτης της Κύπρου που παρουσιάζει τις θέσεις των τουρκικών δυνάμεων


Το πρωί της 14ης Αυγούστου 1974, οι τουρκικές δυνάμεις, χωρίς να συναντούν πλέον ουσιαστική αντίσταση, αρχίζουν να προελαύνουν προς όλες τις κατευθύνσεις και καταλαμβάνουν όλη την περιοχή από τον κόλπο του Μόρφου μέχρι την Αμμόχωστο. Το 37% του κυπριακού εδάφους καταλαμβάνεται και 200.000 Κύπριοι εκτοπίζονται βίαια από τις περιουσίες τους. Χιλιάδες είναι οι νεκροί και οι τραυματίες, ενώ παράλληλα πολλοί αιχμαλωτίζονται και μεταφέρονται στις φυλακές της Τουρκίας. Ιδιαίτερα σημαντικός είναι και ο αριθμός των αγνοούμενων – γύρω στους 1600 - , των οποίων δεν έχει εξακριβωθεί ακόμα η τύχη. Παράλληλα, έχουμε σταδιακή μετακίνηση πάνω από 50.000 Τουρκοκυπρίων από τις ελεύθερες στις κατεχόμενες περιοχές

Διαμαρτυρία γυναικών για επιστροφή των προσφύγων στα σπίτια τους

Η τουρκική εισβολή οδηγεί στη διχοτόμηση της Κύπρου. Η τουρκοκυπριακή κοινότητα σχηματίζει στο βόρειο μέρος του νησιού το δικό της “κράτος” που το ονομάζει “Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου”, το οποίο βρίσκεται σε διεθνή απομόνωση και δεν αναγνωρίζεται διεθνώς, παρά μόνο από την Τουρκία. Τα αεροδρόμιά του δεν αναγνωρίζονται και καμιά αεροπορική εταιρεία, πλην των τουρκικών, δεν εκτελεί δρομολόγια προς και από τη βόρεια Κύπρο. Η ιθαγένεια και τα ταξιδιωτικά έγγραφα της Τ.Δ.Β.Κ δεν αναγνωρίζονται από άλλα κράτη, με αποτέλεσμα οι κάτοικοί της που επιθυμούν να ταξιδέψουν στο εξωτερικό να χρειάζονται ταξιδιωτικά έγγραφα της Τουρκίας. Περισσότεροι από 40.000 Τούρκοι στρατιώτες εξακολουθούν να παραμένουν στο νησί, ενώ η Τουρκία ενθαρρύνει την παράνομη εγκατάσταση Τούρκων εποίκων ώστε να αυξήσει τον τουρκικό πληθυσμό στο νησί.


 Το σχέδιο Ανάν


Από το 1974 μέχρι σήμερα καταβάλλονται προσπάθειες επίλυσης του κυπριακού προβλήματος. Το 2003 ανοίγουν τα οδοφράγματα και οι δύο κοινότητες έρχονται σε επαφή μετά από 29 χρόνια. Η ανάπτυξη στενών επαφών μεταξύ Ελληνοκύπριων και Τουρκοκύπριων δίνει κάποιες ελπίδες για την εξεύρεση λύσης του ζητήματος.

Η πιο πρόσφατη προσπάθεια για επίλυση του κυπριακού προβλήματος  πραγματοποιήθηκε με την αίτηση ένταξης  της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Καταβλήθηκαν τότε προσπάθειες από πολλές πλευρές προκειμένου να λυθεί το Κυπριακό ζήτημα πριν την ένταξη στην Ε.Ε., ώστε η Κύπρος να μπει ενωμένη στην Ενωμένη Ευρώπη. Έτσι, το Δεκέμβριο του 1999, ξεκίνησαν ξανά συνομιλίες. Τότε πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν ο Γλαύκος Κληρίδης, ηγέτης των Τουρκοκυπρίων ο Ραούφ Ντενκτας και Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ ο Κόφι Ανάν.  Ο Ανάν υπέβαλε ένα σχέδιο επίλυση του Κυπριακού, ένα σχέδιο που το υπέβαλε σε διάφορες τροποποιήσεις. Η αρχική του μορφή παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 11 Νοεμβρίου 2002. Ακολούθησε η εκλογή του Τάσου Παπαδόπουλου στις προεδρικές εκλογές του 2003. Τον Μάρτιο του 2004 παρουσιάζεται η πέμπτη και τελική μορφή του σχεδίου. Το σχέδιο Ανάν, μεταξύ άλλων προέβλεπε:

α) τη δημιουργία ενός ομοσπονδιακού κράτους με δύο ομόσπονδα κρατίδια, τον ελληνοκυπριακό Νότο και τον τουρκοκυπριακό Βορρά. Η εξουσία στην ομοσπονδία θα μοιραζόταν ανάμεσα στις δύο κοινότητες και ο Πρόεδρος θα εναλλασσόταν ανά 20 μήνες
β) Στην Άνω Βουλή, θα υπήρχε 50%-50% αντιπροσώπευση, ενώ στην Κάτω Βουλή θα υπήρχε αναλογία πληθυσμού (όπως και στο υπουργικό συμβούλιο και στα ινστιτούτα του κράτους).
γ) Στη διακίνηση, δε θα υπήρχε κανένας περιορισμός. Στην εγκατάσταση και στην ιδιοκτησία, θα υπήρχαν  περιορισμοί για να παραμείνει διζωνικό το νέο κράτος, μέχρι την πλήρη ένταξη της Τουρκίας στην Ευρώπη ή για κάποια χρόνια
δ) Η αναλογία εδάφους θα ήταν 72:28 υπέρ των Ελληνοκυπρίων
ε) Στο νησί θα παρέμεναν 650 Τούρκοι και 950 Έλληνες στρατιώτες, όπως προέβλεπαν οι συνθήκες του 1960
στ) Για τους εκτοπισμένους προέβλεπε για κάποιους επανεγκατάσταση στα σπίτια τους, ενώ για τους υπόλοιπους είτε θα τους απέδιδε την περιουσία τους είτε θα τους δινόταν οικονομική αποζημίωση
ζ) Στο νησί θα παρέμεναν 45 χιλιάδες Τούρκοι έποικοι. Τα κριτήρια θα ήταν εάν ήταν παντρεμένοι, πόσα χρόνια κατοικούσαν στην Κύπρο, επάγγελμα κτλ. Μια παρόμοια λίστα θα υπήρχε και για τους Έλληνες.

Από την πλευρά των Ελληνοκυπρίων, στο σχέδιο στάθηκε αντίθετος ο τότε πρόεδρος Τάσσος Παπαδόπουλος. Το συγκυβερνών κόμμα του ΑΚΕΛ, μετά την αντίσταση του προέδρου στο σχέδιο, απέσυρε την αρχική υποστήριξή του στο τελικό κείμενο των προτάσεων. Επίσης, εναντίον του σχεδίου τάχθηκε και το ΔΗΚΟ (το κόμμα του Προέδρου Τάσου Παπαδόπουλου), η ΕΔΕΚ, οι Νέοι Ορίζοντες και το Κίνημα Οικολόγων Περιβαλλοντιστών. Η βασική τους ένσταση ήταν ότι δεν θα επρόκειτο για ένα κράτος, αλλά για δύο ξεχωριστές πολιτείες. Αντίθετα, ο ΔΗΣΥ, με ηγέτη τον Νίκο Αναστασιάδη, όπως και το μικρό κόμμα Ενωμένοι Δημοκράτες υποστήριξαντο σχέδιο.

 Από την πλευρά των Τουρκοκυπρίων υπήρχε γενικά αποδοχή του σχεδίου με ενθουσιασμό, καθώς έλπιζαν στον τερματισμό του διεθνούς αποκλεισμού τους, αν και ο ιστορικός ηγέτης Ραούφ Ντενκτάς το απέρριψε. Το σχέδιο απέρριψαν και οι Γκρίζοι Λύκοι.

Το σχέδιο, τελικά, υποβλήθηκε τον Μάρτιο του 2004 σε δύο ξεχωριστά δημοψηφίσματα. Οι Ελληνοκύπριοι το απέρριψαν με ποσοστό 76%, ενώ οι Τούρκοι το ενέκριναν με ποσοστό 62%. Από τότε, δεν έχουμε άλλες εξελίξεις. Η Κύπρος παραμένει διαιρεμένη και λαβωμένη, χωρίς ελπίδα στον ορίζοντα



Πηγές

Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας, του Σόλωνα Γρηγοριάδη

Εγκυκλοπαίδεια ”Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάνικα”

Ιστορικά, της Ελευθεροτυπίας


https://el.wikipedia.org










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου